|
Τα ανεικονικά και χρωμοδυναμικά τοπία του Θεόδωρου Αντωνιάδη
Δεν έχουμε την δυνατότητα, εκ των πραγμάτων να διαγνώσουμε πως και με ποιούς τρόπους θα είχε εξελιχθεί η πορεία και η προβληματική του
Θεόδωρου Αντωνιάδη, αν ο τραγικός θάνατος, που τον βρήκε σε πολύ νεαρή ηλικία δεν ανέκοπτε απότομα το νήμα της ζωής και της δημιουργικότητας του.
Από τα κατάλοιπα ωστόσο που άφησε, τα σχέδια τα έργα και τις λίγες ημερολογιακές του σημειώσεις διαπιστώνει κανείς την σοβαρότητα με
την οποία αντιμετώπιζε την πλαστική του γλώσσα, την ειλικρίνεια των προθέσεων του, την επάρκεια του αναφορικά με τον έλεγχο και την διατύπωση των ιδεών και των
εκφραστικών του μέσων και τέλος τον ριζοσπαστικό του σχετικά με τις καθιερωμένες και λίγο ως πολύ παγιωμένες εικαστικές θέσεις και αξίες, στις οποίες παρενέβαινε με
δημιουργικό, αναθεωρητικό τρόπο.
Από τα πρώτα σχέδια με μολύβι ή κάρβουνο που ζωγράφισε, στα χρόνια της εικαστικής του μαθητείας, παρακολουθεί κανείς τους τρόπους που
ογκοπλαστικά διαμόρφωνε και διαλεκτικά ανέπτυσσε τις φόρμες του.
Αρχικά οργάνωνε τον χώρο του με βάση την διαίρεση και διάταξη των μορφικών του μονάδων. Η συγκρότηση τους ήταν υπόλογη της επιμέρους ανάλυσης
του σκιοφωτισμού. Τα θέματα του, στην πρώτη εκείνη φάση ήταν εικονιστικά (φιγούρες ανδρικές ή γυναικείες και γυμνά), τα οποία συνέτασε, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις και τις
εντάσεις του φωτός, πράγμα που του καθόριζε στη συνέχεια τα πεδία βάθους και επιφάνειας, καθώς και την ρεαλιστική ή φορμαλιστική τους διατύπωση. Πρόθεση του δεν ήταν η
αναπαράσταση, αλλά η ερμηνευτική του θεματική προσέγγιση, που αντιστοιχούσε με την ευαισθητοποιημένη του οπτική αντίληψη, καθώς αποσκοπούσε να αποδώσει την ιδιαιτερότητα της
ατμόσφαιρας και του περιβάλλοντος χώρου.
Η γραφή του σε εκείνα τα σχέδια, είναι αδρή, λιτή και δυναμική, ενώ παράλληλα υποβάλλει τα ουσιαστικά περιγραφικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν
την αφηγηματικότητα του συνόλου, εξαιρώντας τις λεπτομέρειες. Σε ορισμένα πάντως σχέδια, διακρίνονται εμφανώς οι τάσεις που θα ακολουθήσει. Πλαστικότητα, έμφαση στην
αναγλυφοποίηση και την παρατακτική διάταξη, με έναν δυναμισμό της γραφής που ανεξαρτητοποιείται σε συγκεκριμένα σημεία, τα οποία αποδίδονται γενικευτικά, σχηματοποιημένα,
κυρίως όμως ρυθμικά. Ενδεχομένως θα ήταν λάθος να αποδώσει κανείς διακοσμητικό χαρακτήρα σε εκείνα τα στοιχεία που διακρίνονται, μιας και η όλη διαπραγμάτευση τους παραπέμπει
όχι τόσο στην επιφάνεια καθ'εαυτήν, αλλά στην διαπλοκή των επιφανειών που συγκροτούν οπτικά επίπεδα με ένα αφαιρετικό και γεωμετρικότερο τρόπο (όπως είναι η σπείρα για παράδειγμα).
Εκείνο που διαφαίνεται στους πίνακες του που ακολουθούν, είναι μια όλο και μεγαλύτερη αφαιρετική τάση. Μια τάση που έχει να κάνει περισσότερο με την
ανάλυση και ανασύνθεση των επιφανειών, καθώς ανακατανέμουν τα επίπεδα του χώρου πια, με τον οποίο συναρτώνται άμεσα και τον οποίο προσδιορίζουν. Γιατί ο Θ. Αντωνιάδης,
πέρα από όλα τα άλλα, μέσα από τις γνώσεις, την καλλιέργεια και μια ενσυνείδητη και εκπαιδευμένη οπτική εμπειρία που είχε αποκτήσει 9λόγω των εξειδικευμένων σπουδών και των ταξιδιών του),
μετέφερε και προσανατόλισε τις αναζητήσεις του προς εκείνη την κατεύθυνση. Υπήρξε, άλλωστ, γνώστης και συνεπής μελετητής της Βυζαντινής Τέχνης- με την οποία είχε για ένα διάστημα ενασχοληθεί-
καθώς και της Δυτικής ζωγραφικής. ΄Εγκαιρα, λοιπόν, είχε διαγνώσει την εμβέλεια και την περιοριστική συμβατικότητα του ψευδαισθητικού της αναγεννησιακής προοπτικής, την οποία προσπάθησε
να υπονομεύσει, μεταβιβάζοντας και υπαλλάσοντας τα πρώτα με τα δεύτερα πλάνα, καθώς και τις σχέσεις φόντου και πεδίων εξεικονιστικής γραφής. Η καταβολή αυτής του της αναζήτησης, προερχόταν
από τα διδάγματα της Βυζαντινής τέχνης, με την ανεστραμμένη ή μεικτή προοπτική, μέσω της οποίας τονίζεται κυρίως η οντολογική παρουσία των πραγμάτων, σε μια άχρονη χωρική πλαισίωση.
Η επιφάνεια των έργων του Θ.Αντωνιάδη δημιουργείται ως ένα πεδίο ενασκήσεως δυναμικών ροπών και κατευθύνσεων, μέσα στις οποίες εμφανίζονται οι οργανικές,
βιταλιστικές του φόρμες, με αφομοιωμένα και αναβαθμισμένα στοιχεία, που έχουν προηγουμένως δανειστεί από τον αναλυτικό κυβισμό, το μετεμπρεσσιονιστικό λεξιλόγιο και τον εξπρεσσιονισμό.
Ταυτόχρονα τον απασχολούν οι πολλαπλές και αντιτιθέμενες εστιάσεις του φωτός.
Έχοντας ο ίδιος σπουδάσει ορυκτολογία των πολύτιμων και ημιπολυτίμων λίθων, είχε ιδιαίτερα εμπνευστεί από την πολυπρισματική ανάκλαση του φωτός, δια
μέσου της επαλληλίας των επίπεδων και των διατομών των διαφανών ή ημιδιαφανών πετρωμάτων, όπως την αποδίδει η κρυσταλλική τους δομή. Από την άλλη πλευρά τον ενδιέφερε η πλαστική συνομιλία
χρωμάτων και σχημάτων, καθώς και οι εσωτερικές διασυνδέσεις τους, που υπόκεινται στην λειτουργική αναγκαιότητα της οργανικής σύνταξης της σύνθεσης. Η υφολογία σε σχέση πάλι με την ματιέρα
(την πυκνότερη ή αραιότερη στα σημεία) ήταν ένας άλλος παράγοντας που κέντρισε το ενδιαφέρον του, όχι ανεξάρτητα, αλλά συνδυαζόμενη με την διαπραγμάτευση των όγκων, σε έναν χώρο υποβλητικό,
αντιφατικό συνήθως, αδιάγνωστο και πολυφωνικό.
Έτσι, λοιπόν, στις συνθέσεις του Θ.Αντωνιάδη διακρίνεται ένας εκρηκτικός και αποκαλυπτικός λόγος, ελλειπτικός και συνάμα δυναμικός, που διασυνδέει και ταυτόχρονα
διαφοροποιεί τις πλαστικές μονάδες όγκου και συναρτώμενου χώρου, ενώ παράλληλα υποβάλλεται η χρωματική ένταση και λάμψη μέσα από μια ιδιώνυμη ματιέρα, που υπόκειται σε ένα εσωτερικευμένο και
μεταποιημένο φως. Το φως, αυτό είναι γενεσιουργό. Υποβάλλει και υπαγορεύει τις μορφές, τις αναδύει ή τις εξαφανίζει, με τους τρόπους που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην βλάστηση.
Στα πιο πρόσφατα έργα του ζωγράφου, διαπιστώνει κανείς, μια εγγύτερη συναρμογή των συνθετικών αρχών και μια αναβάθμιση που φθάνει στην αυτοδυναμία της υπέρβασης,
αναφορικά με τα προγενέστερα στάδια. Το χρώμα, η υλική ματιέρα, το σχήμα και το μέγεθος ενοποιούνται και αντιστοιχούν με την φυσικότητα της δημιουργικής χειρονομίας. Οι άξονες συμμετρίας είναι
καταλυτικά διασσαλευμένοι και έχουν υποκατασταθεί από εξισορροπιστικές αρμονικές και έντονες αντιστίξεις, που παραπέμπουν σε περισσότερο ανεπτυγμένα ρυθμικά σύνολα. Οι επί μέρους μονάδες διαπλέκονται
καθοριστικότερα η μια με την άλλη, επιτείνοντας την παλμικότητα ενός χώρου γεμάτου δονήσεις. Το χρωματολόγιο συντίθεται από τονικές εντάσεις και απροσδόκητες εναλλαγές, που θυμίζουν την παράδοξη
ομορφιά της αφρικάνικης τέχνης, με ενεργοποιημένα σχήματα μορφών, μέσω των περιγραμμάτων των οποίων, υποδηλώνεται ένας πυκνός εικαστικός και δραστικός χρωματικός ιστός. Ο ιστός αυτός θυμίζει κάποτε
την πλησμονή του <<τρόμου του κενού>> (horror vacui).
Η ίδια η ζωγραφική επενέργεια στον καβγά, η ίδια ζωγραφική πράξη θα λέγαμε, διαπερνά και διατυπώνει τον δυναμισμό της μέσα στον μορφολογικό κώδικα της κάθε σύνθεσης,
που ποτέ δεν χάνει την επιπεδικότητα της, μιας και όλες οι παράμετροι λειτουργούν σε πρώτο πλάνο, με μια πρωτογένεια και μιαν αμεσότητα επιβλητική. Οι συνθέσεις αυτές, ενώ μνημειώνουν την στιγμή
της δημιουργίας τους, δεν είναι πουθενά στατικές. Η εκφραστική διατύπωση του Θ.Αντωνιάδη με τα <<αιχμηρά>> του <<περιγράμματα>> (shrap edges), προκαλεί μια οπτική υποφώσκουσα κινητικότητα. Η
ιδιάζουσα κινητικότητα δεν οφείλεται μόνο στην διαλεκτική διευθέτηση μικρών ή μεγαλύτερων κλιμάκων, στην διάλυση και την περιδίνηση ή την περιστροφική αναίρεση των κέντρων ισορροπίας και συμμετρίας των
συνθέσεων, αλλά στους φυγόκεντρους σχηματισμούς και στην υπόγεια διασάλευση της σύνταξης των μορφών, εξαιτίας ενός μυστηριακού και υπομονετικού φωτός. Οι ρυθμοί επιφάνειας αντιστοιχούν με τους ρυθμούς
του βάθους και τα σχήματα με την καθαρότητα, την οξύτητα και την αιχμηρότητα τους, έρχονται να εξεικονίσουν διακεκριμένα φορτία, εντάσεων του χρώματος, ενός χρώματος που δεν μεταφέρει απλώς συναισθήματα,
αλλά ορίζει θέσεις και σχέσεις, σε έναν χάρτη ενορατικής κατόπτευσης ψυχικών καταστάσεων.
Το χρώμα στους αναφερόμενους αυτούς πίνακες του Θ.Αντωνιάδη είναι κλάσμα, στου οποίου τον αριθμητή φέρεται η αυτοδυναμία της τονικής και υφολογικής του παρουσίας και
στον παρανομαστή του, η δυναμική του συγχρωτισμού του με τα άλλα μορφοχρωματικά υποσύνολα, ανάλογα με τον προσανατολισμό και την χωροθεσία που καταλαμβάνουν, σ'αυτά τα πεδία σύνταξης και στοιχειοθεσίας
αλλεπάλληλων δονήσεων.
Έτσι λοιπόν, δεν πρόκειται για μια σειρά έργων εύπεπτων, που οι αφαιρετικοί τους εκγραστικοί προσδιορισμοί, επιδιώκουν την μετάφραση του συναισθήματος ή την ωραιοποιημένη
εξωτερική προσαρμογή χρωματικών αρμονιών, ούτε- πολύ περισσότερο- την ιδεαλιστική εξιδανίκευση μιας καλαισθησίας, με στόχο τον εντυπωσιασμό. Αντίθετα, πρόκειται για ένα σύνολο έργων, που ναι μεν έγιναν
σε σύντομο σχετικάιάστημα, των οποίων όμως οι προθέσεις δικαιώνονται απόλυτα, στο αποτέλεσμα.
Στόχος της εκφραστικής δυνατότητας και εμβέλειας του Θ.Αντωνιάδη υπήρξε πάντοτε η αυτοδυναμία της μορφικής λειτουργίας, σε συνάρτηση με ένα νέο τύπο αντιληπτικής επικοινωνίας
του θεατή με το έργο, καθώς σταδιακά τον μυούσε από επίπεδο σε επίπεδο. Φόρμα και περιεχόμενο, υλική υπόσταση και δομική συγκρότηση, χρωματικός σχεδιασμός και χώρος, ενοποιούνται στις συνθέσεις του, μέσα από αλυσσιδωτές
συναρτήσεις συνεχείας. Οι επιλογές του ήταν σαφείς και προσανατολισμένες. Από την μεταποιημένη γεωμετρική αφαίρεση, την κυβιστική ανάπτυξη, τον εξπρεσσιονιστικό χειρισμό και το φωβιστικό χρώμα, μέχρι την
κοντρουκτιβιστική πλαστική διαμεταχείρηση, όλα λειτουργούν συνταγμένα μέσα σε ένα οργανικό ρυθμικό πλαίσιο, με προσωπικό χαρακτήρα και συγκεκριμένη άποψη.
Ανακεφαλαιώνοντας συνοπτικά και διαγραμματικά τα εκφραστικά και μορφολογικά στάδια που διήνυσε ο ζωγράφος, θα ανέφερα ότι αρχικά
α) συλλαμβάνει και αποδίδει τις φόρμες του κατά επίπεδα, σύμφωνα με την πλαστικότητα του όγκου τους και τις διαβαθμίσεις του σκοφωτισμού,
β) αφαιρεί τις λεπτομέρειες και διατυπώνει γεωμετρικά και δυναμικά τις επιμέρουςμορφικές τους μονάδες,
γ) συνθετικά χειρίζεται τις μονάδες αυτές με χρώματα υποβλητικά- μετεμπρεσσιονιστικά και αργότερα- και τις αποδίδει με χειρονομιακή εξπρεσσιονιστική γραφή,
δ) καταργεί τις συμβάσεις τις ψευδιασθητικής προοπτικής υποκαθιστώντας τις με ανεστραμμένα ή μεικτά βυζαντινότροπα προοπτικά σχήματα, που τα προβάλλει σε πρώτο επίπεδο,
ε) δανείζεται τρόπους του αναλυτικού κυβισμού και του κονστρονκτιβισμού για να συναιρέσει και να υποστασιοποιήσει την δομή των ανεικονικών μορφών του,
στ) οι άξονες συμμετρίας διασαλεύονται και βρίσκονται σε περιδύνηση, πράγμα που ενεργοποιεί σημαντικά τα επίπεδα του χώρου που του υπαγορεύουν οι μορφές του,
ζ) τα χρώματα του, τέλος, γίνονται εκρηκτικά, οι δυναμικές τους εντάσεις υπαγορέυουν τα σχήματα τους (hard edges), ολόκληρη η σύνθεση αποκτά έναν ρυθμικό χαρακτήρα και σε τελικό στάδιο ενοποιούνται τα
πάντα, χωρίς να χάνουν την μορφική επιμέρους αυτονομία τους, μέσα από ένα σύνολο παράδοξα αρμονικό, γεμάτο διαύγεια, λαμπρότητα, αμεσότητα και υφολογική-τονική ποικιλία.
Αν ζούσε ο Θ.Αντωνιάδης είναι σίγουρο πως με βάση όσα πρόλαβε να διατυπώσει, θα επεξεργαζόταν συνθετότερα τις αναζητήσεις του αυτές. Έτσι τουλάχιστον διαφαίνεται από την
ποιότητα των έργων του. Ο θάνατος του δυστυχώς, μας στέρησε έναν ιδιαίτερα ταλαντούχο ζωγράφο. Ακόμη, όμως, και αυτά του τα έργα που μας άφησε, δικαιώνουν τις προθέσεις του και τον κατατάσσουν στις πιο ενδιαφέρουσες
περιπτώσεις των εικαστικών καλλιτεχνών της γενιάς του, μιας γενιάς που δημιουργεί στο μάτι του κυκλώνα, αυτής της τόσο αντιφατικής εποχής, την οποία διανύουμε.
|