|
Όμως η ξενιτιά στο συμβολισμό της ισοδυναμεί με το θάνατο, ο οποίος πολλές φορές αποτελεί την αναπόφευκτη έκβασή της. Αυτό το ενδεχόμενο είναι πάντοτε παρόν στη ζωή των ναυτικών, οι οποίοι έχουν μάθει να συνυπάρχουν μαζί του.
Έτσι, ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια της θάλασσας είναι εκείνο "Του κυρ-Βοριά", από τα πλέον διαδεδομένα ναυτικά τραγούδια στον ελληνικό νησιώτικο χώρο. Περιγράφει με ποιητικό τρόπο χαρακτηριστικές σκηνές, οι οποίες έχουν επαναληφθεί άπειρες φορές στους θαλασσινούς δρόμους που όργωσαν τα ελληνικά καράβια στο πέρασμα των αιώνων :
Ο κυρ-Βοριάς παράγγειλε όλων των καραβιών-ε:
-Καράβια π' αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε
εμπάτε στα λιμάνια σας, γιατί θε' να φυσήξω,
ν' ασπρίσω κάμπους και βουνά βρυσούλες να παγώσω
κι όσα βρω μεσοπέλαγα, στεριάς θε' να τα ρίξω.
Όσα καράβια τ' άκουσαν, όλα λιμάνια πιάσαν.
Του κυρ-Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
-Δε σε φοβούμαι κυρ-Βοριά, φυσήξεις, δε φυσήξεις
γιατ' έχω αντένες μπρούτζινες, κατάρτια σιδερένια,
έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω κι ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς κοιτάζει.
- Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, στο μεσανό κατάρτι
- Να ξεδιαλέξης τους καιρούς, να δεις και τον αγέρα
Παίζογελώντας 'νέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
- Σαν τι είδες, βρε ναυτόπουλο, εκεί ψηλά που πήγες;
- Είδα τον ουρανό θολό και τ' άστρι ματωμένο,
είδα τη μπόρα π' άστραψε και το φεγγάρι εχάθη
και στης Αττάλειας τα βουνά νεροχαλάζι πέφτει.
Το λόγο δεν απόσωσε, τη συντυχιά δεν είπε
βαρειά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει.
Σπιλάδα τούρθε απ' τη μια, σπιλάδα από από την άλλη,
Σπιλάδα 'πο τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γέμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλληκάρια
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάει.
Ούλες οι μάνες κλαίγανε κι ούλες παρηγοριούνται
και μια μανούλα ενούς παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάζει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο
και βλαστημάει τη θάλασσα και βλαστημάει το κύμα.
-Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα
που πήρες το παιδάκι μου κι άλλο παιδί δεν έχω.
|
 |
|